Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Τα δικά μου Μεσάγγαλα…

 

Τα δικά μου Μεσάγγαλα…

ΦΩΤ. LARISSANET.GR

Η πρόταση του Χρήστου Μπεχλιβάνου να γράψω ένα κείμενο για τα παράλια της Λάρισας με βρήκε βράδυ Κυριακής να επιστρέφω με τον άντρα μου και τα παιδιά μας από τα Μεσάγγαλα στη Λάρισα. Ηλιοκαμένοι και με την αλμύρα πάνω μας νοσταλγούσαμε ήδη τον τόπο που μόλις αφήναμε. Μόλις άκουσα για το εκδοτικό αυτό εγχείρημα ήξερα ήδη το τι ακριβώς ήθελα να γράψω. Το χρωστάω χρόνια στον εαυτό μου αυτό το κείμενο. Στον εαυτό μου και στα Μεσάγγαλα, τα παρεξηγημένα και λατρεμένα μου Μεσάγγαλα.

Παραθερίζω χρόνια εκεί, θυμάμαι να φέρνω τα μωρά για να τα γλυτώσω από τη «ζέστα» της Λάρισας και να βρίσκω σωτηρία στα θαλασσινά τους μελτέμια. Ανακαλώ την αγανάκτησή μας που οι τοπικές αρχές δεν κατάφεραν ποτέ να φτιάξουν ένα πάρκο, μια πλατεία να τα πάμε μια βόλτα. Την ανησυχία μας που δεν υπήρχε ένα φαρμακείο και στην ανάγκη να τρέχουμε στους Πόρους για αντιπυρετικά…Ευτυχώς που είχαμε και το φαρμακοποιό το Βασίλη το Ρήγα από τον Πυργετό που είχε σπίτι στα Μεσάγγαλα. Κι άλλοτε ο Κάκαρης το «ντελίβερι» από τον Πλαταμώνα. Σούπερ μάρκετ χειμώνα καλοκαίρι ανοιχτό, φάρος. Ολόκληρη επιχείρηση, λοιπόν, για ένα Ponstan…

Με τον καιρό, τα λίγα σπίτια που είμαστε εκεί, νόμιμοι παρακαλώ, δεν σηκώνω κουβέντα, αυγατίσαμε. Φέραμε τους φίλους μας, έχτισαν κι αυτοί, όπως η αγαπημένη μου γιατρίνα – ξέρει αυτή – που αγόρασε οικόπεδο δίπλα μου κι έφτιαξε μια έπαυλη υπερπαραγωγή. Οι γιατροί πλήθαιναν κι όταν ο δρόμος μου απέκτησε όλες τις ειδικότητες, ησύχασαν κι οι ανασφάλειες.

Όσο για τις υποδομές, θεός σχωρέστον τον κυρ Ηλία τον Πολύζο που έδινε με το ξενοδοχείο του μπόλικη επίφαση οργάνωσης στο αναδυόμενο παραλιακό θέρετρο…Τουρίστες από το εξωτερικό, όμορφα κοκτέιλ στην καφετέρια, φαξ να στέλνω τα κείμενά μου στην εφημερίδα ή το κανάλι όπου δούλευα. Άξιος συνεχιστής ο γιος του ο Γιώργος με τις λαϊκές βραδιές της Πέμπτης, τραπέζι ρεζερβέ με τη φιάλη στο κέντρο για την ένδειξη, ρεμπέτικη ορχήστρα, μερακλωμένα ζεϊμπέκικα κι όλα τα Μεσάγγαλα να ξαγρυπνάνε με το πρόγραμμα μέχρι το πρωί. Κι όταν ακόμα δεν πηγαίναμε «πρώτο τραπέζι πίστα», την αράζαμε στη βεράντα κι ακούγαμε τη λαϊκή βραδιά – «είχα ένα ριγέ σακάκι,  διπλοσταυροκουμπωτό, το παλιό ριγέ σακάκι μου το διπλοσταυρωκουμπωτό»… – και βλέπαμε τα άστρα να πέφτουν. Και τα ποτά σερβιρισμένα απαραιτήτως με γρενανδίνη για τον μεταξύ μας εντυπωσιασμό. Αγαπημένα πρόσωπα από την Αμερική στη συντροφιά μας…

Κομμάτι της ρουτίνας εκεί τα πρώτα χρόνια και οι διακοπές ρεύματος. Ένα βράδυ η μάνα μου, καλλιτέχνης στη μελιτζανόπιτα, μαρτύρησε να την ψήσει από τις αλλεπάλληλες διακοπές ρεύματος. Να έρχεται το ρεύμα και να κόβεται, νυχτέρι όλη νύχτα. Η πίτα ψήθηκε τελικά στις έξι το πρωί κι εμείς γελάγαμε όλο το βράδυ με τα ανέκδοτα της Στέλλας.

Λίγες οι εναλλακτικές για διασκέδαση ξεφύτρωναν χρόνο με το χρόνο, τα σουβλάκια του Φώτη, ο Φούντας και άλλα ταβερνεία. Ο Πετρέλης στη διαπασών. Το κεμπάπ να ψήνεται στην αυλή κι η ιδιοκτήτρια να σου εξομολογείται τα οικογενειακά της. Λατρεμένες δόσεις ντεκατάνς…Ο Μπάμπης ο Μαουσίδης με τις ψαρούκλες του να σε καλούν με τη γυναίκα του τη Σουζάνα για τραπέζι με τα γλυπτά του ολόγυρα στο σούρουπο, δίπλα στο κύμα. Στα πόδια να καίει ο καφές στο αλουμινόχαρτο για τα κουνούπια. Το ορκίζομαι, δεν με τσίμπησαν ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν, κι ήρθαν τα όμορφα μαγαζιά και τα «μπιτς κλαμπ». Το Φισάι (Fish Eye) που κάνει θραύση, το Ντελ Σολ που φτιάχνει τον αγαπημένο μου φρεντουτσίνο, ο Ζμπούκας. Ωραίες επιχειρηματικές ιδέες που έδωσαν λάμψη στο θέρετρο και νεανικό αέρα. Αλλά και η γραφική ψαροταβέρνα του Κώστα στο νέο παραλιακό δρόμο στα Καράβια σε βγάζει ασπροπρόσωπο στους φίλους που έφερες από την Αθήνα. Όλη η παρέα με τα παρεό και τα σορτσάκια μετά τις βουτιές να γεύεται τις πελαγίσιες τσιπούρες και τα χταπόδια στη σχάρα…

Πέρασα και περνώ τα καλύτερα καλοκαίρια μου στα πεντάστερα Μεσάγγαλα, υπήρξα σταθερή υποστηρίκτριά τους κι αυτή την ώρα που με διαβάζετε εκεί μάλλον θα βρίσκομαι. Πρωινό μπάνιο στις επτά στην ψιλόκοκκη άμμο και ξανά νωρίς το απόγευμα κουβεντιάζοντας τα άλυτα με τις γειτονικές συντροφιές. Δεν τα έχω χορτάσει. Κι όχι μόνο τα καλοκαιρινά Μεσάγγαλα, αλλά κυρίως τα φθινοπωρινά. Εκείνη τη γλυκιά θλίψη του φθινοπώρου με τα καφετί χρώματα και την απόλυτη σιωπή που παλεύεις να αφουγκραστείς. Και το βράδυ να αφήνεσαι στη θέα της Αιγάνης, της Κρανιάς, του Πυργετού και της Ραψάνης, χούφτες με φωτάκια που τίναξε και σκόρπισε το χέρι του θεού στον Όλυμπο. Τα έχει αποδώσει κι ο Μαράβας θεϊκά στους πίνακές του…

http://www.larissanet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: